Βίος και Πολιτεία

Γνωρίστε τον Αρθρογράφο

Νίκο Λαμπαντέζ

Στο χωριό μας, λίγοι ερχόντουσαν κι ακόμα λιγότεροι ντόπιοι έφευγαν. Που και που, κάποιοι από τους επισκέπτες ή από αυτούς που γύριζαν ήταν μεγάλοι παραμυθάδες.
Μαζευόμασταν στο καφενείο του Αρίστου, ανάβαμε τη σόμπα, γιατί το καλοκαίρι εδώ ποτέ δεν ερχόταν και στη μέση έμπαινε ο παραμυθάς κι όλο το βράδυ γύρω του, πίναμε κονιάκ και ακούγαμε.
Κάθε ένας είχε κι άλλες ιστορίες να πει. Από τις μακρινές θάλασσες, με πειρατές και σειρήνες, ιστορίες με τελώνια, ιστορίες με βασιλιάδες και πριγκίπισσες, πολέμους. Ιστορίες με σκοτεινά πλάσματα και κλέφτες της χαράς που γύρναγαν και κλέβανε από τους ανθρώπους τα χρώματα.

Μια στο τόσο, ερχότανε κι ένας περιπλανώμενος, καλοντυμένος και ευτραφής, ταξιδιώτης με μεγάλη ζέση για τη ζωή, και ένα λόγο, τόσο γλυκό και υπνωτιστικό, που κάθε του λέξη τρύπωνε στα αυλάκια του μυαλού και, για πολύ καιρό ακόμα, την ώρα του βαθύ ύπνου και των δυνατών ονείρων, ξεπηδούσαν και νοιώθαμε τη ζεστή, ευωδιαστή μελωδική φωνή του κι ήταν, λες και τα γιασεμιά άνθιζαν τον χειμώνα και η άνοιξη επέστρεφε στο χωριό μας, που είχε χρόνια να φανεί.

Από όλες του τις ιστορίες, όμως, μία ήταν αυτή που δεν μπορούσα ποτέ να ξεχάσω. Με στοίχειωνε και πολλές ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο μου, προσπαθούσα να σχεδιάσω τις αλλόκοτες περιγραφές, όπως τις θυμόμουν. Ο ταξιδιώτης μάς είχε πει για έναν άλλο τόπο, τον ονόμαζε Μητρόπολη. Κι εκεί στη Μητρόπολη, λέει, αν και η μαγεία των παλαιών δασκάλων είχε πια ξεχαστεί, ο τόπος από μόνος του ανάβλυζε την δικιά του ζωντανή μαγεία. Στη Μητρόπολη έμεναν άνθρωποι από όλα τα βασίλεια και όλες της γωνιές της γης. Εκεί, όσο παράξενος κι αν ήταν κάποιος κανείς δεν τον σχολίαζε, δεν τον πείραζε ή δεν τον κορόιδευε. Όλοι μπορούσαν να ασχοληθούν με ότι αγαπάνε, το φαγητό ήταν άφθονο και νερό υπήρχε σε κάθε γειτονιά. Η γειτονιά ήταν, λέει, κάτι σαν μικρά χωριά μέσα στη πόλη, χτισμένα, όμως, δίπλα το ένα στο άλλο. Κάθε γειτονιά είχε το δικό της χαρακτηριστικό άρωμα και οι άνθρωποι που έμεναν εκεί, ένιωθαν σαν να ήταν στο δικό τους τόπο. Είχε και σχολεία που μπορούσες να μάθεις τέχνες και γράμματα.
Δούλευα στα χωράφια και το βράδυ έπιανα το κάρβουνο και το χαρτί και αποτύπωνα παραστάσεις από κόσμους που, τότε, μου φαίνονταν πολύ μακρινοί. Που και που πουλούσα, για μερικά φράγκα, τα έργα μου, σε επισκέπτες του χωριού και μια στο τόσο έφτιαχνα και καμιά εικόνα στο ιερό του χωριού με το αζημίωτο. Μάζεψα ένα κομπόδεμα κι όταν η ενηλικίωσή μου ήρθε, μάζεψα τα λιγοστά μου υπάρχοντα σε ένα σακί και ξεκίνησα για τη Μητρόπολη.
Ποδαρόδρομος, άμαξες, τραίνα και συναντήσεις εξωτικών τόπων και ανθρώπων, ήταν η καθημερινότητά μου για τους επόμενους εφτά μήνες τουλάχιστον. Κοιμόμουν ελάχιστα μέσα στα ταξίδια, γιατί κάθε στιγμή που ήμουν ξύπνιος ήταν μια νέα μαγευτική εμπειρία που ακόμα και στα όνειρα δεν μπορούσα να βρω.

Όπου κι αν ρωτούσα, η απάντηση λίγο πολύ ήταν η ίδια. Σαν πας στη Μητρόπολη, θα μαγευτείς όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή σου! Κόσμος, ταβέρνες, γιορτές και πανηγύρια. Καταστήματα για κάθε σου ανάγκη και επιθυμία. Τίποτα δεν θα σου λείψει. Και ιστορίες. Πολλές ιστορίες. Κόσμος από κάθε γωνιά της γης συναθροίζεται και βάζει το κομμάτι του στο τεράστιο ψηφιδωτό αυτής της ζωντανής πόλης που θα στέκεται αιώνια όρθια, ακόμα κι όταν οι άνθρωποι εξαφανιστούν, σιωπηλός μάρτυρας της μεγαλουργίας και της απαράμιλλης τέχνης αυτών.

Εγώ την Μητρόπολη την είδα πρώτη φορά από τη θάλασσα. Ήταν αρχή της άνοιξης και το κρύο ακόμα δεν είχε μαλακώσει, όμως την ώρα που ήλιος έδυε και ο ουρανός γέμιζε με ερυθρά και μπλαβιά χρώματα, έντυνε τα κυκλώπεια κτίρια φτιαγμένα από σίδερο και γυαλί σε ένα πάντρεμα ψυχρών και θερμών χρωμάτων και έτσι το γκρίζο χρώμα για λίγο έφευγε. Το λιμάνι ήταν κατάμεστο από κόσμο. Τρέχανε, φωνάζανε, γελούσανε, κάτι μπορεί να πουλούσαν ή απλά έκαναν την απογευματινή τους βόλτα.
Πριν καλά – καλά φτάσουμε στη προβλήτα, οι θόρυβοι των μηχανισμών βόμβιζαν στα αυτιά. Θα μάθαινα αργότερα πως η Μητρόπολη ήταν βασισμένη σε ένα περίπλοκο σύστημα γραναζιών και μηχανών που παρήγαγαν συνεχώς κίνηση και ενέργεια για να λειτουργήσει.
Η καρδιά μου παραλίγο να σπάσει μέσα στο στήθος μου από το χτύπημα, ενώ το μυαλό μου είχε κατακλυστεί από σωρεία φαντασιακών εικόνων που παρακαλούσαν να βγούνε στο χαρτί και να ζωντανέψουν μέσα στους δρόμους της πόλης.
Όσες ιστορίες, όσες περιγραφές κι αν άκουγα τίποτα δεν μπορούσε να με προετοιμάσει για τον υπερκορεσμό ερεθισμάτων που αποτελούσε η Μητρόπολη. Χάθηκα μέσα στους δαιδαλώδεις δρόμους της, περιτριγυρισμένος από τα κτίρια γίγαντες και ανθρώπους σε κατάσταση ευδαιμονίας. Ο βόμβος των μηχανισμών ήταν πλέον σαν μια ψαλμωδία αφιερωμένη σε κάποια απόκρυφη θεότητα ενώ γρανάζια στο μέγεθος ανθρώπου αλλά και ακόμα μεγαλύτερα, περιστασιακά έκαναν την εμφάνιση τους ανάμεσα στους περαστικούς. Οι υπόνομοι έφτυναν ατμό από την συμπυκνωμένη υγρασία κι αν κάποιος κοιτούσε μέσα από τα φρεάτια το πρωί θα έβλεπε του στωικούς νάνους που συντηρούσαν τις σωληνώσεις, ενώ το βράδυ οι πιο άτυχοι αυτής της ζωής, πλάσματα παραμορφωμένα, τερατώδη κοιτούσαν με άσπρα μάτια που αντανακλούσαν πότε το φεγγαρόφωτο και πότε τις γαλαζωπές φλόγες του δημόσιου φωτισμού που έκαιγαν με φυσικό αέριο.
Ο κόσμος είχε δικές του προσωπικές άμαξες, που τα έλεγε αυτοκίνητα και με αυτά ταξίδευε μέσα στη Μητρόπολη. Εναέριες γραμμές μετέφεραν ηλεκτρικά τραίνα στα οποία ο κόσμος επιβιβάζονταν για να πάει στη δουλειά του ή στη διασκέδαση.
Υπήρχαν καλές περιοχές, υπήρχαν και κακόφημες περιοχές αλλά παντού μπορούσες να βρεις αυτό που ήθελες. Απολαύσεις, φαγητά και διασκέδαση ήταν αδύνατο να ξεφύγεις από τη μέθη της Μητρόπολης. Σε έπαιρνε στα σπλάχνα της και η αγκαλιά της ήταν ζεστή και στοργική σαν πρωτομητέρα, άλλα κάτι άρρωστο σαν Μήδεια φώλιαζε στις σκοτεινές γωνίες. Υπήρχαν δρόμοι που εξυπηρετούσαν λιγότερο συγκεκριμένους σκοπούς, κτήρια που κατασκόπευαν την καθημερινότητα και άνθρωποι αλλόκοσμοι και παράξενοι.
Μιλάω για αυτά με μεγάλη εξοικείωση πλέον αλλά πιστέψτε με, μου πήρε πολύ καιρό να τα συνηθίσω. Πόσο καιρό; Δεν ξέρω. Ο χρόνος εδώ δεν έχει σημασία γιατί εδώ όλα βρίσκονται σε ένα αόριστο αχανές τώρα. Πότε έχει ήλιο, πότε σκοτάδι. Μια στο τόσο το δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι κουβαλάει μέσα του την υπόσχεση του καλοκαιριού και πότε το χιόνι έρχεται και τα σκεπάζει όλα, όπως ο χρόνος έρχεται και σκεπάζει τον θρήνο.

Κάθε στιγμή που πέρναγε γινόμουν μάρτυρας ενός γεγονότος. Δεν έχει σημασία τι. Σημασία έχει ότι κάτι συνέβαινε. Κι ύστερα έτρεχα στο σπίτι μου και τα πια αξιοσημείωτα τα αποτύπωνα μόνιμα επάνω στο καμβά. Δούλευα σε ένα μπιστρό για να τα βγάζω πέρα, και που και που κρεμούσα κάποιον πίνακα δικό μου στο μαγαζί και όταν τύχαινε να πουλήσω κάποιον έβγαζα ένα καλό μεροκάματο. Έτσι πήρα καλύτερα υλικά και εργαλεία, ενώ τα πρωινά παρακολουθούσα μαθήματα σε μια ιδιωτική σχολή.
Η τέχνη μου γίνονταν όλο και καλύτερη, μέχρι που ένας γκαλερίστ αναγνώρισε το ταλέντο μου και δέχθηκε να εκθέσει τα έργα μου. Έπειτα όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ξαφνικά όλοι θέλανε ένα έργο μου για το σπίτι τους και όπου κι αν πήγαινα με γνώριζαν λες και αυτόματα είχα καταγραφεί μέσα στο μυαλό κάθε κάτοικου της Μητρόπολης.
Μάζεψα αρκετά χρήματα, έκανα περιουσία και έτσι αγόρασα και το δικό μου σπίτι. Μια μικρή αστική έπαυλη χτισμένη ανάμεσα σε άλλα δύο κτήρια. Διπλά στο σπίτι μου είχα αγοράσει ένα διαμέρισμα και το νοίκιαζα έναντι μικρού ενοικίου. Δεν με ενδιέφερε το χρήμα. Με ενδιέφεραν οι ιστορίες των ανθρώπων. Του παρακολουθούσα από το παράθυρο, είχα βάλει και μικρόφωνα στο σπίτι και άκουγα κάθε λεπτομέρεια της ζωής τους. Οικογένειες, πόρνες, μετανάστες, εγκληματίες, κοσμοκαλόγεροι. Όλοι τους είχαν μετατραπεί σε έργα τέχνης τα οποία ταξίδευαν στα κοσμικά σαλόνια της Μητρόπολης κι έτσι είχα δημιουργήσει ένα μεγάλο ιστό όπου σε κάθε διασταύρωση του υπήρχε μια ιστορία ανθρώπων. Ένας υπομονετικός παρατηρητής θα μπορούσε να συλλέξει τόσες πολλές πληροφορίες για την εποχή που έζησα.

Είχα πλέον εθιστεί σε αυτή τη κατάσταση. Σπάνια έβγαινα από το σπίτι και σταδιακά η πραγματικότητα μου είχε μπερδευτεί με τις πραγματικότητες των άλλων. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη δικιά μου ζωή από τις ζωές των άλλως κι έτσι η συνείδηση μου είχε απλωθεί επάνω στου χιλιάδες πίνακες που είχα φτιάξει. Μπορούσα να δω σαν να ήμουν μέσα τους, σαν να είχα μάτια σε κάθε σπίτι στη Μητρόπολη. Άκουγα τις συζητήσεις, έβλεπα τις αποτρόπαιες συνήθειες ή τις ακολασίες των ιδιοκτητών των έργων μου.
Όταν δεν υπήρχε άλλος χώρος μέσα στο σπίτι μου για να βάλω κάποιον καμβά, πήρα τις μπογιές μου και άρχισαν να βάφω τους τοίχους. Στην αρχή από μέσα, ενώ μετά άρχισα να ζωγραφίζω επάνω στους εξωτερικούς τοίχους. Κι όταν γέμισαν κι αυτοί συνέχισα παραδίπλα.
Αηδιασμένος με την εκφυλισμένη κοινωνία της Μητρόπολης θέλησα να κρύψω κάτω από τα χρώματα την ασκήμια της. Ήθελα να την ξαναντύσω από την αρχή, να την καλλωπίσω, να γίνει ο παράδεισος που πάντα ονειρευόμουν.
Πλέον κάθε δεσμός που συντηρούσε την πραγματικότητα αποσαθρώθηκε. Δεν υπήρχε καμιά αίσθηση της μοναδικότητας. Ήμουν παντού, μπορούσα να εστιάσω σε ένα μοναδικό σημείο ή να απλώσω την συνείδηση μου σε όλη τη πόλη. Χόρευα, και με κάθε κίνηση πρόσθετα και μια πινελιά στο γκρίζο καμβά της Μητρόπολης.
Δεν υπήρχε αρχή ούτε τέλος, ούτε πριν ούτε μετά. Αδυνατώ ακόμα και τώρα να συλλάβω πότε όλα κατέρρευσαν. Χιλιάδες καθρέφτες έσπασαν ταυτόχρονα, σε κομμάτια συμμετρικά και ομοιόμορφα, φτιάχνοντας παραστάσεις οραματισμών γεωμετρικών σχημάτων, χρωματισμένα με απροσδιόριστες χρωστικές.

Η λήθη μου σπάει πότε-ποτέ όταν κάποια από τις αισθήσεις μου επιστρέφει για λίγο στη ζωή. Μπορεί να αισθανθώ την υγρασία ή να μυρίσω –σχεδόν να γευτώ, τη μούχλα που τρώει το σκοτεινό και άδειο από ανθρώπους σπίτι μου, μπορεί να ακούσω τον θόρυβο των μηχανών, ή να σταθώ μάρτυρας των πολυκαιρισμένων, σκονισμένων πινάκων μου, διασκορπισμένους στο παλιό μου αρχοντικό. Πλέον δεν έχω καμία επίγνωση. Πλέον δεν ακούω τι λένε οι άλλοι στα σαλόνια τους, δε ξέρω σε τι είδους απολαύσεις έχουν εκπέσει.
Τουλάχιστον όμως ξέρω τι λένε οι γείτονες για μένα. Τους ακούω καμιά φορά, όταν το βράδυ γυρνάνε μεθυσμένοι από τα ξενύχτια τους μαζί με κάποιο εφήμερο ταίρι ή τα πρωινά που ξεκινούν για τις δουλειές τους και τα παιδιά για το σχολείο. Κοιτάνε προς το εγκαταλειμμένο σπίτι με λίγο τρόμο και λίγο αηδία και λένε να εδώ έμενε ένας τρελός. Ήταν τρελός λέει, γιατί νόμιζε ότι μπορεί να ομορφύνει τον κόσμο ζωγραφίζοντας τον.

δείτε επίσης

10 memorable χαρακτήρες comic με μάσκα

Όταν με ενημέρωσαν οι συμπάσχοντες τέχνης Arthub fellows για το θέμα του μήνα...
διαβάστε περισσότερα

10 Μάσκες θανάτου που έμειναν στην ιστορία

Όταν με ενημέρωσαν οι συμπάσχοντες τέχνης Arthub fellows για το θέμα του μήνα...
διαβάστε περισσότερα

The Mask

Κάθε γλώσσα είναι ένας κώδικας. Οι λέξεις κάθε γλώσσας αντιστοιχούν σε εικόνες και...
διαβάστε περισσότερα

Αθήνα, μια σύγχρονη μητρόπολη

Κάθε γλώσσα είναι ένας κώδικας. Οι λέξεις κάθε γλώσσας αντιστοιχούν σε εικόνες και...
διαβάστε περισσότερα

Εφηβεία και Υπερήρωες

Όταν με ενημέρωσαν οι συμπάσχοντες τέχνης Arthub fellows για το θέμα του μήνα...
διαβάστε περισσότερα

Οκτωβριανή Επανάσταση – πηγή ζωής και έμπνευση

Με θέμα τις μητροπόλεις τέχνης θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην Ιταλία και την...
διαβάστε περισσότερα

Νεκρικά προσωπεία

Κάθε γλώσσα είναι ένας κώδικας. Οι λέξεις κάθε γλώσσας αντιστοιχούν σε εικόνες και...
διαβάστε περισσότερα

Να σου εξηγήσω…Δεν είναι αυτό που νομίζεις…

“Δεν είναι αυτό που νομίζεις”... “Άλλαξες, δεν ήσουν έτσι”... “Δεν είναι αυτό που...
διαβάστε περισσότερα

Περισσότερα από τον Νίκο

Ο Χάρι Πότερ και ο Κήπος με τα Φίδια

Μετά τις τοιχογραφίες, μάλλον η αρχαιότερη τέχνη θα πρέπει να είναι το χτίσιμο του μύθου, η λαϊκή αφήγηση. Από τον καιρό που άνθρωπος έκατσε γύρω από την φωτιά κι άρχισε να επινοεί ιστορίες ξεκίνησε και η χρήση συμβόλων και των συμβολισμών. Η λαϊκή τέχνη έχει ως σκοπό...
περισσότερα

Challenge Accepted

Όταν μου ζητήθηκε να γράψω κάτι για την πρόκληση στην τέχνη το πρώτο που μου ήρθε είναι το γυμνό. Και μετά μου είπανε ότι μη γίνει κλισέ. Μη γράψεις για το γυμνό…

περισσότερα

Τα Παιδία Παίζει – Δημιούργησε τους δικούς σου συμβολισμούς

Στα παιδικά μας χρόνια οι συμβολισμοί ήταν αρκετά ξεκάθαροι. Παίζαμε Κλέφτες κι Αστυνόμους, Ψιλοκούμητο, Μήλα. Απλοϊκοί συνειρμοί που μπορεί εύκολα κάθε παιδί να καταλάβει. Μεγαλώνοντας αποκτάμε την επιθυμία να περιπλέξουμε της σκέψη μας κι έτσι και οι συμβολισμοί...
περισσότερα

ΠΑΜΕ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ!

Πήγαμε στο Πολιτιστικό Δεκαήμερο του ΤΕΙ Καβάλας και αναρωτηθήκαμε. Γιατί δέκα μέρες, και γιατί μόνο δέκα μέρες ρε παιδιά; Ξεκινώντας από τις εντυπώσεις, μόνο τις καλύτερες μας άφησε αυτό το ιδιαίτερο γεγονός που συμβαίνει εδώ και 24 χρόνια στο ΤΕΙ Καβάλας κάθε τέλος...
περισσότερα

Μήδεια Fragments : Συζητώντας για μια διαφορετική χορευτική παράσταση

Μήδεια Fragments  Συζητώντας για μια διαφορετική χορευτική παράσταση Όταν πρωτοάκουσα για τη συγκεκριμένη παράσταση μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον και με τη κουβέντα ζήτησα από τον φίλο μου τον Νικόλα, χορευτή της παράστασης, να με φέρει σε επαφή με τον επινοητή και...
περισσότερα
Exhibition alert

Βάλ’τους Χ – Ο Μαύρος Χάρτης της Αθήνας | Exhibition Alert

Διάρκεια: 13-17/03/ 2019 Τοποθεσία: Τεχνόπολις, Γκάζι, Αθήνα Είσοδος:  Ελεύθερη Ιστότοπος H έκθεση Βάλ’τους Χ – Ο Μαύρος Χάρτης της Αθήνας που εγκαινιάστηκε σήμερα (13/3) στην Τεχνόπολη και διοργανώνεται από το ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (ΙΡΛ) Παράρτημα Ελλάδας και...
περισσότερα
Μόνιμες στήλες

Φτιάξε καφέ να στα πω

Η Absolute μας δίνει την δική της ματιά στην λογοκρισία
«Φώτα ,κάμερα… ΔΕΝ ΠΑΜΕ »: 7 ταινίες που λογοκρίθηκαν στο εξωτερικό.

Τα Παιδία Παίζει

Η Absolute μας δίνει την δική της ματιά στην λογοκρισία