Οι έννοιες την εποχή της παγκοσμιοποίησης: μερικές σκέψεις

Γνωρίστε τoν αρθρογράφο

Γιάννη Ταβερναράκη

Ο κόσμος αναδημιουργείται, Η μαζική παραγωγή, ο μαζικός καταναλωτής, η μεγάλη πόλη, το κράτος-μεγάλος αδελφός, η εξάπλωση των συγκροτημάτων κατοικιών και το έθνος-κράτος βρίσκονται σε παρακμή: η προσαρμοστικότητα, η ποικιλία, η διαφοροποίηση και η κινητικότητα, η επικοινωνία, η αποκέντρωση και η διεθνοποίηση ακμάζουν. Σ΄ αυτήν τη διαδικασία οι ταυτότητές μας, η αίσθηση του εαυτού μας, οι υποκειμενικότητές μας μεταμορφώνονται. Είμαστε στη μετάβαση προς μια νέα εποχή.

(Jones & Bradbury & Boutillier, 2017: 208)

  O κόσμος μας αλλάζει, οι κοινωνίες αλλάζουν, συνεπώς και τα μέλη της, δηλαδή όλοι εμείς. Οι κοινωνικές συμπεριφορές μεταβάλλονται, οι άλλοτε παγιωμένες συνήθειες και αξίες ανατρέπονται ή αμφισβητούνται, οι κοινωνικές ανάγκες παραμερίζονται, αναπτύσσονται νέοι τρόποι διάδρασης, φαινόμενα ηρωισμού και αλληλεγγύης, αλλά και εγωιστικές, ανορθολογικές και συχνά ρατσιστικές μαζικές αντιδράσεις. Μάλλον βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μιας κοινωνικής αλλαγής η οποία πλησιάζει, άλλοτε απότομα και επίπονα και άλλοτε με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς. Παρατηρούμε καθημερινά έναν κόσμο που μεταλλάσσεται διαρκώς. Χαρακτηριστικό και επίκαιρο παράδειγμα αλλαγής αποτελεί το καθεστώς των κρατικών συνόρων: τα σύνορα καθίστανται περισσότερο διαπερατά, ταυτόχρονα όμως δείχνουν να ισχυροποιούνται όταν οι αποκλεισμοί, οι διαβάσεις και οι δικτυώσεις που αφορούν τη μετανάστευση, την προσφυγιά, το άσυλο, το φύλο και τη σεξουαλικότητα, παράγουν σύνορα, τόπους και όρια πιο επιβλητικά από ποτέ (Αθανασίου & Τσιμουρής, 2013). Με άλλα λόγια, ο τόπος και ο χώρος μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε ένα ουδέτερο πλέγμα πάνω στο οποίο εγγράφονται τόσο η πολιτισμική διαφορά και η ιστορική μνήμη όσο και η επικρατούσα κοινωνική οργάνωση (Gupta & Ferguson, 2005). Η αλλαγή φυσικά αυτή, ή αλλιώς, ο κοινωνικός μετασχηματισμός, συνήθως γεννά νέες ιδέες οι οποίες είτε μπορούν να προκαλέσουν ολική και μη αναστρέψιμη ρήξη με το παρελθόν (ριζοσπαστικές – αφοριστικές) είτε απλά λειτουργούν συμπληρωματικά και διαφωτιστικά, προσδίδοντας κάτι νέο και κάτι σύγχρονο το οποίο τείνει να καθορίζει εν τέλει και το ίδιο το μέλλον και τη βιωσιμότητα της εκάστοτε κοινωνίας (προσαρμοστικές).

Σε μια παγκοσμιοποιημένη και ενοποιημένη – γεωγραφικά τουλάχιστον – μεταεθνική εποχή, σε μια εποχή κοσμοπολιτισμού, η ιδέα της ταυτότητας, του ανήκειν, η ιδιότητα του πολίτη και της υποκειμενικότητας και κατ’ επέκταση και η ίδια η ιδέα του έθνους, φαίνεται πως, σταδιακά, ανασημασιοδοτούνται. Ο τόπος και το έθνος, ειδικότερα, σήμερα τείνουν να «θεωρητικοποιούνται» και να αντιμετωπίζονται ως επιτελεστικές πρακτικές, το περιεχόμενο των οποίων αντανακλάται σε διαφορετικά συμφραζόμενα της κοινωνίας: από τη λαϊκή θρησκεία και πολιτική ρητορεία μέχρι τις γηγενείς αρχαιολογίες ή τις γεωγραφικές ανακατατάξεις και τον αντίκτυπο που αυτές έχουν στον ευρωπαϊκό φυλετικό λόγο (Πλεξουσάκη, 2014). 

Η προσέγγιση του μεταεθνικού φαινομένου αμφισβητεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραματίζουν σήμερα τα έθνη-κράτη και παρουσιάζει τις υπερεθνικές ενώσεις (π.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση) και τις ΜΚΟ ως ανεξάρτητους και πανίσχυρους φορείς εξουσίας  που εξυπηρετούν ιδιοτελείς σκοπούς και σκοπιμότητες της παγκόσμιας κεφαλαιαγοράς (Αθανασίου & Τσιμουρής, 2013). Παρά όλα αυτά, τα πάντα παρουσιάζονται φυσικοποιημένα. Ακόμα και οι ίδιοι οι χάρτες, τα κατ’ εξοχήν δηλαδή μέσα αναπαράστασης του χώρου, προβάλλουν τα κατακερματισμένα έθνη αλλά και τις διακριτές κουλτούρες και τη μυθοπλασία που διαχρονικά τα συνοδεύει ως οντότητες φυσικές, αυτονόητες και, τρόπον τινά, αθάνατες και αμετάβλητες, αδιαφορώντας για τις εικόνες έντασης, ρήξης και αστάθειας που τα χαρακτηρίζει (Gupta & Ferguson, 2005).

Οι καταστάσεις και τα σημερινά δεδομένα μας επιτρέπουν να καταλήξουμε στην διαπίστωση ότι ζούμε, πράγματι, σε μια εποχή η οποία διαπνέεται από «μια γενικευμένη συνθήκη απατρίας», από πολυπολυτισμικότητα και α-τοπικότητα, ή αλλιώς, κατασκευασμένη τοπικότητα του φαντασιακού. Τα τρία αυτά στοιχεία μας υπενθυμίζουν καθημερινά πόσο απεδαφοποιημένη είναι πλέον η έννοια της κουλτούρας και πόσο ασαφή, διαβρωμένα και συχνά πλασματικά είναι τα γεωγραφικά όρια. Η προβεβλημένη ως φυσική και αιώνια ταύτιση συγκεκριμένων εθνοτικών ομάδων με συγκεκριμένους τόπους (εθνολογική συνήθεια), καθώς και η εθνική τάση να θεωρούμε δεδομένη και αυτονόητη τη σύνδεση των πολιτών ενός κράτους με τις περιοχές τους (εθνική συνήθεια) τίθενται υπό αμφισβήτηση. Αυτές οι νατουραλιστικές αντιλήψεις περί χωροποιημένων κουλτουρών σταδιακά αντικαθιστώνται από τον γενέθλιο τόπο, ή αλλιώς, το «εδώ». Έτσι, ο χώρος ως μια ηθική και περισσότερο συμβολική τοποθεσία καταφέρνει να απορροφά τόσο την έννοια της καταγωγής όσο και της ίδιας της πατρίδας (Gupta & Ferguson, 2005).

Παρατηρούμε ότι γίνεται συχνή αναφορά στην έννοια της «κουλτούρας» και στον τρόπο με τον οποίο αυτή τείνει να συνδέεται ή να ταυτίζεται με τα έθνη, τον χώρο και τα γεωγραφικά σύνορα. Δεδομένης αυτής της επανάληψης, θεωρώ ότι θα ήταν απαραίτητο να σκιαγραφήσουμε συνοπτικά το γενικό πλαίσιο της λέξης. Πώς μπορεί κανείς να ορίσει την έννοια της «κουλτούρας» ; Ορίζεται και αν ναι, με ποια κριτήρια ; Ας ξεκινήσουμε, κατ’ αρχάς, αποδεχόμενοι ότι πρόκειται για ένα ζήτημα εξαιρετικά σύνθετο. Πόσο μάλλον δε αν λάβουμε υπόψη μας και τα λόγια του μελετητή, Raymond Williams (1976: 76-77), ο οποίος υποστήριξε ότι «η κουλτούρα είναι μία από τις δύο ή τρεις πιο περίπλοκες λέξεις της αγγλικής γλώσσας… αφού έχει φτάσει πλέον στο σημείο να χρησιμοποιείται για πολλές σημαντικές έννοιες σε αρκετά και ξεχωριστά μεταξύ τους επιστημονικά πεδία και συστήματα σκέψης».  Για να είμαστε όμως σε θέση να κατανοήσουμε τα μεταβαλλόμενα νοήματα της λέξης οφείλουμε να εξετάσουμε τα δεδομένα απ’ την αρχή.

Η αρχική σημασία της λέξης ήταν στενά συνδεδεμένη με την εκτροφή των ζώων και την καλλιέργεια των φυτών, καθώς επίσης και με τη θρησκευτική λατρεία (εξ ου και η λέξη cult). Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν και συγκεκριμένα από τον 16ο μέχρι και τον 19ο αιώνα, η λέξη “καλλιέργεια” χρησιμοποιήθηκε και μεταφορικά για να εκφράσει τόσο την πνευματική (και γνωσιακή) διάσταση και την αντίληψη περί ενδεδειγμένων – και πολιτισμένων – τρόπων συμπεριφοράς που όριζαν τα τότε τεχνολογικά προηγμένα ευρωπαϊκά έθνη όσο και την ίδια τη συνολική βελτίωση της κοινωνίας. Ωστόσο, κατά την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης και έπειτα ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά ως το αντίθετο της ύλης και των τεχνολογικών υποδομών. Η λέξη συνδέθηκε με τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις, δηλαδή με τις άυλες πτυχές της πολιτιστικής κληρονομιάς και με τις αξίες και τα ιδανικά που αυτά πρέσβευαν (Smith, 2006).

Γενικά, όμως, οι ποικίλες χρήσεις που παρατηρούνται διαχρονικά γύρω από την έννοια της «κουλτούρας» τείνουν να συσχετίζουν τον όρο με τη διανοητική, πνευματική και αισθητική εξέλιξη ενός ατόμου, μιας ομάδας ή μιας κοινωνίας, να τον θεωρούν συνώνυμο των «Τεχνών» και του πολιτισμού ή ακόμα και να χρησιμοποιείται ως προσδιοριστικό ενός ολόκληρου τρόπου ζωής που δίνει έμφαση στις δραστηριότητες, στα έθιμα και στις αντιλήψεις ενός λαού. Πρόκειται για μια προσέγγιση που συνδυάζει τόσο τον πολιτισμικό σχετικισμό και την αξιολογική ουδετερότητα της ανθρωπολογίας όσο και το έντονο στοιχείο του αντιελιτισμού (Smith, 2006).

Σε παρόμοια τροχιά έχει κινηθεί, εν πολλοίς, και η έννοια του «πολιτισμού» (civilization), η οποία, αν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μοιράζεται και να ανταλλάσει ορισμένα κοινά στοιχεία με την έννοια της κουλτούρας (culture), διαφέρει σημαντικά. Επηρεασμένη, αρχικά, από τις εξελικτικές αντιλήψεις του Διαφωτισμού, χρησιμοποιήθηκε τον 18ο αιώνα για να περιγράψει το ανώτατο στάδιο οργάνωσης της κοινωνικής ζωής, ένα στάδιο που ήταν άμεσα συνυφασμένο τόσο με την εμφάνιση των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών όσο και με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη μας και την κοσμική βικτοριανή ιδέα της ανθρώπινης προόδου του 19ου αιώνα η οποία όριζε ότι ο πολιτισμός προέκυψε ως φυσική συνέπεια και διαδέχθηκε τα στάδια της βαρβαρότητας και της αγριότητας, τότε καταλαβαίνουμε γιατί συνδέθηκε επίσης και με την έννοια του «εκπολιτισμού» και των εκλεπτυσμένων τρόπων συμπεριφοράς (manners). Αυτή η αυστηρά οριοθετημένη δυτική προσέγγιση που αξίωνε τον πολιτισμό ως μια αποκλειστικά λευκή κατάκτηση που αφορούσε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες και φυλές (races) στην πορεία θα αποκτήσει χαρακτήρα σχετικιστικό και ανά περίπτωση (κοινωνία, δηλαδή) μοναδικό. Κατά τον 20ο αιώνα, η sui generis (η αυτόνομη) φύση του πολιτισμού άρχισε, χάρη στον αμερικανό ανθρωπολόγο Franz Boas, να γίνεται κατανοητή βάσει των δικών της μέτρων και των δικών της αξιών. Η θεωρία της διάχυσης και ως εκ τούτου, η ιδέα ότι υπάρχουν ποιοτικά ανώτεροι και κατώτεροι πολιτισμοί είχε καταρρεύσει. Ο «ιστορικός παρτικουλαρισμός» (ιστορικός επειδή έδινε έμφαση στην διαχρονία και «παρτικουλαρισμός» από την αγγλική λέξη particular, δηλαδή ιδιαίτερος) και η αμερικανική σχολή του Boas ασπάστηκαν την θεωρία της πολυγένεσης, σύμφωνα με την οποία οι φυλές (άρα και οι πολιτισμοί) αποτελούν αμετάβλητα είδη που δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν ξεχωριστά (Γκέφου-Μαδιανού, 2017).

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στην μελέτη για τα νοήματα της κουλτούρας, αξιοσημείωτη θέση κατέχει και η διατύπωση του βρετανού ανθρωπολόγου Edward Burnett Tylor, ο οποίος είχε ήδη από το 1871 υποστηρίξει ότι: «Κουλτούρα ή πολιτισμός… είναι η πολύπλοκη εκείνη ολότητα που περιλαμβάνει τη γνώση, την πίστη, την τέχνη, τους νόμους, τα ήθη και τα έθιμα, καθώς επίσης και όλες εκείνες τις ικανότητες και συνήθειες, τις οποίες αποκτά ο άνθρωπος ως μέλος της κοινωνίας». Έπειτα, το 1952, η μελέτη των ανθρωπολόγων Kroeber και Kluckhohn κατάφερε να προσδώσει στον όρο έξι κύρια νοήματα που εστίαζαν είτε στην ολότητα της κοινωνικής του διάστασης (περιγραφικοί ορισμοί) είτε στην ιστορική διάσταση του όρου που τον αντιμετώπιζε ως κληρονομιά (ιστορικοί ορισμοί) είτε στην ικανότητά του να δημιουργεί πρότυπα-μοντέλα συμπεριφοράς και δράσης (ορισμοί κανονιστικού περιεχομένου) είτε στις επικοινωνιακές, ψυχικές και συναισθηματικές του ευεργετικές ιδιότητες (ψυχολογικοί ορισμοί) είτε στην αφαιρετική του χροιά (δομικοί ορισμοί) είτε, τέλος, στον τρόπο με τον οποίο η κουλτούρα συμβάλλει στην διαιώνιση-μετάδοση στοιχείων πολιτισμού από γενεά σε γενεά (γενετικοί ορισμοί) (Smith, 2006).

Σε ό,τι αφορά πάντως το κομμάτι της ανθρωπολογίας, της εθνογραφίας και της επιτόπιας έρευνας, το περιεχόμενο της εν λόγω έννοιας μπορεί να διαιρεθεί σε δύο διακριτές ανθρωπολογικές φάσεις. Στην πρώτη φάση συγκαταλέγονται οι προσπάθειες μιας ομάδας βρετανών ανθρωπολόγων της σχολής του λειτουργισμού που αναζητούσαν τη μία και μοναδική «αυθεντική κουλτούρα», ενώ στην δεύτερη όλες εκείνες οι προσεγγίσεις που υποστηρίζουν ότι η κουλτούρα είναι μια έννοια δυναμική, ευμετάβλητη και με πολλαπλά νοήματα τα οποία μετεξελίσσονται διαρκώς. Η πρώτη περίπτωση συνδέεται με κοινωνίες μικρής κλίμακας και περιχαρακωμένες, με άτομα πανομοιότυπα και ομοιογενή και με απαράλλακτα χαρακτηριστικά τα οποία συνιστούν το υπόστρωμα μια πληθώρας κοινών νοημάτων τα οποία συμβάλλουν στην αυτοαναπαραγωγή της «αυθεντικής κουλτούρας». Η δεύτερη περίπτωση, από την άλλη, βαθύτατα επηρεασμένη από το τέλος της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ορίζει τον άνθρωπο και τον τόπο ως σημεία ενός ευρύτερου πλέγματος που συνδιαμορφώνονται από μια σειρά τοπικών, εθνικών και παγκόσμιων επιρροών. Υπό αυτές λοιπόν τις συνθήκες, η κουλτούρα από ιδεολογία σταδιακά αντικειμενοποιείται. Όπως παύουν να θεωρούνται εγγενείς οι πολιτισμικές ταυτότητες, έτσι και η έννοια της κουλτούρας παύει να συμπορεύεται και να ταυτίζεται με συγκεκριμένες εθνότητες ή να ταξινομεί λαούς και έθνη. Πλέον οι ακαδημαϊκοί ορισμοί της «κουλτούρας» έχουν εισέλθει σε μια νέα -ίσως λιγότερο προβληματική- κατάσταση η οποία αναγνωρίζει τόσο τις πολιτικές προκαταλήψεις και τις δυτικές τους καταβολές όσο και τους περιορισμούς ή τις πιέσεις που μπορεί να ασκούν στον υπόλοιπο, μη δυτικό κόσμο (Wright, 2004).

Στις μέρες μας, ωστόσο, η πλουραλιστική προσέγγιση της πολιτισμικής θεωρίας ορίζει ως κοινό παρανομαστή την άποψη ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής ή θρησκείας, μοιραζόμαστε τους ίδιους «πολιτισμικούς χάρτες» και την ίδια ποσότητα της γνώσης και κατανόησης του περιβάλλοντός μας (Mason, 2012). Το πεδίο των πολιτισμικών σπουδών παρουσιάζει ένα αρκετά διαφορετικό πλαίσιο που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε, δηλαδή, την έννοια της κουλτούρας ως κάτι πιο αφηρημένο, ως το ιδεώδες εκείνο που αντιστέκεται πεισματικά στην υλικότητα των καιρών μας, ως μια έννοια ιδεολογικά αυτόνομη και πολιτισμικά ουδέτερη (Smith, 2006). Δεν είμαι βέβαιος για τα υπόλοιπα, πάντως, το στοιχείο της αυτονομίας θεωρώ πως, όχι μόνο ζει και βασιλεύει αλλά και ότι μπορεί να αποδειχθεί μέσω επίκαιρων παραδειγμάτων. Αρκεί κανείς να ανατρέξει στους όρους, παραδείγματος χάριν, της «εταιρικής κουλτούρας» και της «κουλτούρας της ανάπτυξης». Τις τελευταίες δεκαετίες η έννοια της κουλτούρας έχει διεισδύσει τόσο πολύ στις σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρείται sine qua non προαπαιτούμενο για κάθε σοβαρό οργανισμό που επιδιώκει, αφενός να ενισχύσει την ανταγωνιστική υπεροχή του και να προωθήσει, αφετέρου, νέες μορφές οργάνωσης, προώθησης και διαχείρισης (Wright, 2004).

Η παρένθεση αυτή ολοκληρώνεται με το γνωμικό του Αμερικανού ανθρωπολόγου, Clifford Geertz, που επικυρώνει, θεωρώ, όλα τα παραπάνω. Ο Geertz, προσπαθώντας να αναδείξει τη συμβολική ή σημειωτική ή αλλιώς, ερμηνευτική πτυχή του πολιτισμού, υποστήριξε «ότι ο άνθρωπος είναι ένα ζώο αιωρούμενο σε έναν ιστό σημασιών που το ίδιο έχει υφάνει». Και κάπως έτσι η δομή μετατρέπεται σε νόημα και ο νόμος σε ερμηνεία και πολιτισμικό σχετικισμό (Geertz, 2003).

Η έννοια, λοιπόν, της «κουλτούρας», φαίνεται ότι έχει αποκτήσει διαφορετικές ερμηνείες και έχει εξυπηρετήσει πολλαπλές σκοπιμότητες αναλόγως, κάθε φορά, με τις περιστάσεις. Αν και η επικρατέστερη ιδέα παρουσιάζει τον όρο ως συνώνυμο του πολιτισμού, της αισθητικής και του γούστου – ή του «πολιτιστικού κεφαλαίου» όπως θα έλεγε και ο γάλλος κοινωνιολόγος, Pierre Bourdieu -, στις μέρες τείνει να λειτουργεί άλλοτε ως εργαλείο ρητορικής και επιβολής δυνάμεων, άλλοτε ενέχει πολιτική σημασιοδότηση και χρησιμοποιείται ως μια αλήθεια δεδομένη και αυταπόδεικτη, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές εκείνες όπου κακοποιήθηκε προκειμένου να εμπλουτίσει και να νομιμοποιήσει μια σειρά από πολιτικές αποφάσεις με ρατσιστικό και εθνικιστικό χαρακτήρα.

Ένα επιπλέον ζήτημα που απασχολεί τον σύγχρονο σκεπτόμενο άνθρωπο είναι αυτό της ταυτότητας του υποκειμένου. Η «ατομικιστική» θεώρηση που πηγάζει από τις αρχές του Διαφωτισμού χαρακτήριζε το άτομο (συνήθως το αρσενικό) ως το κεντρικό, ενιαίο και προικισμένο με τη δυνατότητα του Λόγου πλάσμα το οποίο είναι εκ φύσεως ικανό για τα πάντα. Η κοινωνιολογική προσέγγιση αμφισβήτησε το «αληθινό εγώ» του ατόμου καθώς υποστηρίζει ότι η διαβρωμένη αυτήν τη φορά ταυτότητα σχηματίζεται έπειτα από την αλληλεπίδραση του ατόμου με την κοινωνία. Εν ολίγοις, είμαι αυτό που οι άλλοι θέλουν να είμαι (οι θεσμοί, το περιβάλλον, τα σύμβολα, οι αξίες και ούτω καθεξής). Έτσι καταλήγουμε στην ταυτότητα του μετανεωτερικού, παγκοσμιοποιημένου υποκειμένου το οποίο θεωρείται πιο σύνθετο, αντιφατικό και ευμετάβλητο από ποτέ. Ο πολλαπλές ταυτότητες ενοποιούνται σε έναν συνεκτικό και μερικές φορές χαμένο «εαυτό» (Hall & Held & McGrew, 2003).

Όλα αυτά σε θεωρητικό και γνωσιακό επίπεδο φυσικά. Γιατί η αλήθεια είναι ότι στην πράξη όλα αλλάζουν. Και αλλάζουν και αισθητά θα έλεγα από κοινωνία σε κοινωνία. Γιατί ; Μάλλον γιατί τελικά όντως όλα είναι θέμα ερμηνείας. Μιας ερμηνείας, όμως, που διαμορφώνεται και αναδύεται μέσα από τις γεωγραφικές, αξιακές και ευρύτερα κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Μιας ερμηνείας που επηρεάζεται καθοριστικά από τον τόπο που κατασκευάζεται, τόσο όσο επηρεάζεται και η διάπλαση ενός χαρακτήρα. Τα ιδεολογικά συγκείμενα του καθ’ ενός και οι σκοπιμότητες καθορίζουν και το τελικό αποτέλεσμα ή τον τρόπο με τον οποίο μια έννοια θα αξιοποιηθεί. Οι έννοιες και οι ιδέες προσαρμόζονται καθημερινά στα ιδιαίτερα και μοναδικά κάθε φορά πιστεύω των ανθρώπων, συχνά χωρίς καμία αντικειμενικότητα ή συναισθηματική απόσταση. Συχνά οικειοποιούνται στο όνομα ενός ανώτερου, δήθεν κοινού καλού που δεν είναι τίποτα παραπάνω από το δικό μας, προσωπικό, ιδιοτελές και αφιλτράριστο ιδεώδες. Οι λέξεις “βιάζονται”, κακοποιούνται και πολλές φορές ανασημασιοδοτούνται κατά το δοκούν. Φυσικά, όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξενίζουν καθώς δεν πρόκειται για μια κατάσταση σύγχρονη αλλά για ένα φαινόμενο διαχρονικό. Αν ζούσε σήμερα ο κορυφαίος γάλλος ανθρωπολόγος και θεμελιωτής της θεωρίας του δομισμού, Claude Levi-Strauss, ενδεχομένως να κατέτασσε αυτό το χαρακτηριστικό στις οικουμενικές ιδιότητες του ανθρώπινου νου. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Smith, Ph. (2006). Πολιτισμική Θεωρία. Μια εισαγωγή. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική

Mason, R. (2012). Πολιτισμική θεωρία και μουσειακές σπουδές. Στο Macdonald Sh. (Επιμ.), Μουσείο και μουσειακές σπουδές: ένας πλήρης οδηγός (σσ. 49-70) (Δ. Παπαβασιλείου, Μετάφρ.). Αθήνα: Εκδόσεις Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς.

Γκέφου-Μαδιανού, Δ. (2017). Πολιτισμός και εθνογραφία. Από τον εθνογραφικό ρεαλισμό στην πολιτισμική κριτική. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Raymond, W. (1976). Keywords. Νέα Υόρκη: Oxford University Press.

Jones, Ph. & Bradbury, L. & Boutillier, Sh. (2017). Εισαγωγή στην κοινωνική θεωρία. Αθήνα: Πλέθρον. 

Hendry, J. (2011). Οι κόσμοι που μοιραζόμαστε. Εισαγωγή στην πολιτισμική και κοινωνική ανθρωπολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική. 

Hall, H. & Held, D. & McGrew, A. (2003). Η Νεωτερικότητα σήμερα: οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας.

Αθανασίου, Α. & Τσιμουρής, Γ. (2013). Χαρτογραφώντας τη βιοπολιτική των συνόρων: σώματα, τόποι, απεδαφοποιήσεις. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 140-141 B´– Γ´, 3-37.

Βεντούρα, Λ. (2011). Μετανάστευση και κοινωνικά σύνορα: διαδικασίες αφομοίωσης, ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού. Αθήνα: Νήσος.

Παπαστεργίου, Β. & Τάκου, Ε. (2014). Η μετανάστευση στην Ελλάδα: έντεκα μύθοι και περισσότερες αλήθειες. Ίδρυμα Λούξεμπουργκ.

Wright, S. (2004). Η πολιτικοποίηση της κουλτούρας. Στο Χ. Δερµετζόπουλος και Μ. Σπυριδάκης (Eπιµ.), Ανθρωπολογία, Κουλτούρα, Πολιτική (σσ. 73-107). Αθήνα: Μεταίχµιο. 

Gupta, A. & Ferguson, J. (2005). Πέρα από την κουλτούρα: χώρος, ταυτότητα και η πολιτική της διαφοράς. Στο Γ. Κυριακάκης και Μ. Μιχαηλίδου (Επιμ.), Η προσέγγιση του Άλλου. Ιδεολογία, Μεθοδολογία και Ερευνητική Πρακτική (σσ. 71-101). Αθήνα: Μεταίχµιο.

Stuart. Η. (2005). Νέες εθνότητες. Στο Γ. Κυριακάκης και Μ. Μιχαηλίδου (Επιμ.), Η προσέγγιση του Άλλου. Ιδεολογία, Μεθοδολογία και Ερευνητική Πρακτική (σσ. 53-70). Αθήνα: Μεταίχµιο.

  δείτε επίσης

Ο Πολιτισμός ως Δούρειος Ίππος

 Ο Πολιτισμός ως έννοια προκύπτει στη...
διαβάστε περισσότερα

Η φωτογραφία της Τίνα Μοντόττι

Έπεσα επάνω στο όνομα της διαβάζοντας με...
διαβάστε περισσότερα

Έκθεση ψηφιδωτού “Ακούω την Σιωπή” της Αγλαΐας Πειθή στην ART ZONE 42

Την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020, εγκαινιάζεται...
διαβάστε περισσότερα

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ALFRED HITCHCOCK PART 2

Toν Μάρτιο του 1939, ο αμερικανός παραγωγός...
διαβάστε περισσότερα

Για την φίλη μου Σωτηρία Μπέλλου

Η ανακάλυψη των αρχαιολογικών ευρημάτων...
διαβάστε περισσότερα

7 Μνημεία που δεν υπάρχουν πια!

 Οι αρχαίοι ναοί, τα αγάλματα, τα διάφορα...
διαβάστε περισσότερα

Συναυλία στη μνήμη του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα

«Σα να έζησε τη ζωή του με μια ανάσα ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κι όταν ήρθε η ώρα...
διαβάστε περισσότερα

Πρόγευμα στη χλόη – Μανέ | Η ανάλυση

Η ανακάλυψη των αρχαιολογικών ευρημάτων στον χώρο του υπό κατασκευή σταθμού...
διαβάστε περισσότερα

«Θωρηκτό Ποτέμκιν» με live μουσική στον κήπο του Μεγάρου

Η ανακάλυψη των αρχαιολογικών ευρημάτων στον χώρο του υπό κατασκευή σταθμού...
διαβάστε περισσότερα

Μήδεια του “Μποστ” – Μια σατιρική κωμωδία σε περιοδεία

Η σατιρική κωμωδία του Μποστ ξεκινά την περιοδεία της σε διάφορα μέρη της χώρας...
διαβάστε περισσότερα

Exhibition alert

Έκθεση ψηφιδωτού “Ακούω την Σιωπή” της Αγλαΐας Πειθή στην ART ZONE 42

Την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020, εγκαινιάζεται από τις 17.00 έως και τις 22.00 η ατομική έκθεση ψηφιδωτού της Αγλαΐας Πειθή με τίτλο ''Ακούω τη σιωπή''. Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 14 . Την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020, εγκαινιάζεται από τις 17.00 έως και τις 22.00 η...
περισσότερα

 

Μόνιμες στήλες