ΑΦΙΕΡΩΜΑ:

Ο κινηματογραφικός κόσμος του κυρίου Σταύρου Τσιώλη

Γνωρίστε τον αρθρογράφο

Νίκο Λαμπαντέζ

Το άρθρο αυτό είχε γραφτεί μερικούς μήνες πριν το θάνατο του αγαπημένου
Σταύρου Τσιώλη. Για διάφορους συγκυριακούς λόγους το άρθρο δεν δημοσιεύτηκε
ως τώρα. Με αφορμή το θάνατο του το άρθρο δημοσιεύεται ως ελάχιστο φόρο
τιμής σε έναν πολύ σημαντικό δημιουργό.

Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω μερικά πράματα για το έργο αυτού του δημιουργού. Όποιος με ξέρει προσωπικά μάλλον το θεωρεί αναπόφευκτο. Μια από τις τελευταίες επιθυμίες του Σταύρου Τσιώλη είναι λίγο πριν πεθάνει να προλάβει να δει τον ΠΑΟΚ πρωταθλητή, οπότε συνειρμικά λόγω πραγμάτωσης της επιθυμίας, βρήκα το κίνητρο να τα γράψω επιτέλους. Να σημειώσω βέβαια πως έχω βαθιά αντιπάθεια για την οπαδοκουλτούρα και την ποδοσφαιροαναθρεμένη ελληνική πραγματικότητα ενώ το ίδιο το άθλημα με αφήνει αδιάφορο.

Το θέμα “Ελληνικός Κινηματογράφος”, αν μη τι άλλο, είναι ένα δύσκολο θέμα. Είναι δυστυχώς μια πτυχή καλλιτεχνικής δημιουργίας που στην Ελλάδα στερείται πλούσιας αντιπροσώπευσης. Ως φανατικός βέβαια του ελληνικού και κυρίως του ελληνόφωνου κινηματογράφου, δεν δυσκολεύομαι να βρω πραγματικά αριστουργήματα και συγκλονιστικές ταινίες. Όμως, αν όλα μπουν σε μια ζυγαριά, γέρνει υπερβολικά προς τη μεριά του πρόχειρου, καταναλωτικού κινηματογράφου. Έτσι αν και σε ποσότητα μπορείς να βρεις πολλές αξιόλογες ταινίες, τα ποσοστά είναι τραγικά.

Ο μεγάλος ντόρος γύρω από τον Λάνθιμο και την οσκαρική του επιτυχία άνοιξε πολλές κουβέντες. Πολλά άκουσα και διάφορες θεωρίες και πολλές κριτικές και όλα αυτά τα περίεργα που συμβαίνουν. Και ήξερα ότι κάτι με ενοχλούσε. Αλλά δεν μπορούσα ακριβώς να το προσδιορίσω. Ήταν και η εποχή που είχε ολοκληρωθεί η τριλογία των Γυναικών του Τσιώλη. Κι έτσι οι κουβέντες μας ταλαντευόντουσαν ανάμεσα σε Λάνθιμο και Τσίωλη. Κι εκεί κατάλαβα τι δεν μου άρεσε.

Οσκαρικός ο Λάνθιμος, μεγάλος σκηνοθέτης και με όραμα. Αλλά πραγματικά αν έχουμε κάτι που να μας αντιπροσωπεύει, ένα γνήσιο λαϊκό σινεμά που να απεικονίζει τον λαϊκό άνθρωπο, τα πάθη του και τις αγωνίες του, αυτό είναι το σινεμά του Τσιώλη. Γιατί πραγματικά χεστήκαμε για τα προβλήματα μιας εκφυλισμένης αστικής τάξης.

Η κινηματογραφική ματιά του Τσίωλη είναι απλή, άμεση, αυθόρμητη σχεδόν. Είναι μια ματιά βαθιά γειωμένη μέσα στη πραγματικότητα που γεννήθηκε. Δεν είναι καθρέφτης ή είδωλο της ελληνικής κουλτούρας. Είναι η ελληνική κουλτούρα. Οι ήρωες του Τσιώλη δεν προέρχονται απλά από τα λαϊκά στρώματα αλλά είναι ίσως το τελευταίο κομμάτι της λαϊκής τάξης πριν το λούμπεν. Βιοπαλαιστές, “σκυλάδες”, αγύρτες, φαντασμένοι και με υπερφυσικές δοξασίες.

Το στυλ του αν και αιρετικό, πολλές φορές ερασιτεχνικό ίσως, κρύβει μέσα του φόρμες και σημειολογία. Λίγα πράματα είναι τυχαία στις ταινίες του, ειδικά οι διάλογοι. Προσεγμένοι και μελετημένοι σε κάθε τους λέξη, μπολιάζουν όλη τη φρασεολογία των χαρακτηριστικών των ηρώων τους.

Ο παοκτσής Πάνος είναι αθυρόστομος, αυθόρμητος και το λεξιλόγιό του εμπλουτισμένο με ευφάνταστες βωμολοχίες. Ο ιδιότροπος στιχουργός Λάκης, έχει λόγο λυρικό, ρυθμικό και ποιητικό. Ο ιδιότροπος Θεοφάνης είναι λακωνικός και μιλάει κυρίως με συμπεράσματα.

Δεν είναι τυχαίο πιστεύω πως το μεγαλύτερο κομμάτι της σημειολογίας του βρίσκεται μέσα στις λέξεις του σεναρίου. Ο Μαρματζάκος, ο Πάνος, ο Μιχάλης, ο Λάκης, το βόιδι, η πελοποννησιακή λέρα, οι σφετεριστές της φιλίας, η ζωή που θα κάνουμε που δεν την έχουμε φανταστεί. Ονόματα, εκφράσεις και επιθυμίες που αναπαράγονται συχνά μέσα στο έργο του, αναδεικνύοντας τις καταβολές και ανησυχίες του ίδιου του δημιουργού.

Στις ταινίες του η γυναίκα είναι σχεδόν πάντα απούσα. Τη γυναίκα στις ταινίες του Τσιώλη δεν την βλέπεις. Υπάρχει όμως. Κι όχι μόνο υπάρχει αλλά είναι αυτή που θέτει σε κίνηση την πλοκή της ταινίας ή για να το θέσουμε ορθότερα, οριοθετεί τα κίνητρα των ηρώων του.

Γιατί στις ταινίες του Τσιώλη δεν έχουμε πλοκή με τη στενή έννοια. Ο Τσιώλης μας παρουσιάζει μια συνθήκη και μέσα σε αυτή βάζει τους ήρωες του που αντιδρούν στον εξωτερικό κόσμο, φτιάχνοντας από μόνοι τους την πλοκή.

Όταν η γυναίκα τελικά παρεμβαίνει με την φυσική της παρουσία αλλάζει το σύμπαν των ηρώων. Στο ”Φτάσαμε”, η Μπεμπεκέα Γιαννάκου έρχεται για να βγάλει τους πρωταγωνιστές από το αδιέξοδο. Στο ”Ας περιμένουν οι Γυναίκες”, η νεαρή Αγγελική Ηλιάδη οδηγεί τον Πάνο στην τρέλα βάζοντας σε κίνηση τα υπόλοιπα γεγονότα της ταινίας. Στο ”Γυναίκες, παρακαλώ μη κλαίτε”, η Άννα έρχεται για να μάθει στον Θεοδόσιο να αγαπάει ξανά, ενώ η συζυγική απιστία της Μαρίας είναι ο λόγος του ταξιδιού των ηρώων του ”Έρωτα στη Χουρμαδιά”.

Στις ταινίες του Τσιώλη υπάρχει έντονα αποτυπωμένος ο σεξισμός της ελληνικής κουλτούρας. Εύκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί πως τον αναπαράγει ή και ακόμα πως τον υποστηρίζει. Δεν θα είναι τελείως λάθος, όμως ο Τσιώλης έχει αναλάβει, άθελα του ίσως, το άχαρο έργο να αποτυπώσει τον σεξισμό για να τον ξορκίσει.

Το καταφέρνει αυτό μέσα από τους ίδιους τους χαρακτήρες, γιατί οι χαρακτήρες του δεν είναι τέλειοι. Αντιθέτως είναι μέσα στα ελαττώματα. Απατεώνες, ευκαιριστές, κουτοπόνηροι και συμφεροντολόγοι, αλλάζουν απόψεις, συχνά αντιφατικές μεταξύ τους. Οι ήρωες του είναι αφερέγγυοι, ασόβαροι. Καρικατούρες. Κι έτσι, μαζί με τους χαρακτήρες, χάνει και ο σεξισμός τους κάθε αξιοπιστία.

Το πιο ιδιαίτερο και πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ταινιών του είναι τα τοπία. Τα τοπία και άνθρωποι μέσα σε αυτό δεν είναι το φόντο αλλά οι συμπρωταγωνιστές στις ταινίες. Το δράμα των ηρώων δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα σε καμία άλλη περιοχή. Επιλέγει τις εικόνες και τις παραστάσεις που θα λειτουργήσουν σαν κιαροσκούρο για τον ψυχισμό των ηρώων.

Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για Ελλάδα αν δεν μιλούσαμε για θρησκοληψίες και μεταφυσικό. Ιστορίες που θα μπορούσαν να έχουν βγει από τα κείμενα του Τσαπραΐλη. Παντού και πάντα υπάρχει ένα ανεξήγητο φαινόμενο, μια συνθήκη που περιβάλλει με μυστήριο τον τόπο και τον χρόνο. Συνήθως παίρνει την μορφή γυναίκας. Φαντάσματα γυναικών που έρχονται από παλαιότερους χρόνους. Στο “Μην κλαίτε” είναι η μάνα του λήσταρχου που του την στήσανε στο γάμο της αδερφής, στο “Φτάσαμε” είναι η μάνα του αγωνιστή του ’21 που έπεσε πολεμώντας τον Κιουταχή, ενώ στο “Ας περιμένουν” η μεταφυσική αυτή παρουσία δεν μας εμφανίζεται αλλά αναφέρεται. Η Τζόαν Πάππος από τη Νεβάδα, που η παρουσία της συνοδεύτηκε από ανεξήγητα θαύματα και που ποτέ δεν ήρθε να πάρει τα κηροπήγια που παρήγγειλε.

Όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα αυθύπαρκτο καλλιτεχνικό έργο που καταφέρνει άμεσα και στιβαρά να καταγράψει με σαφήνεια την ελληνική πραγματικότητα.

Βάζοντας το έργο σε αντιπαράθεση με άλλους σκηνοθέτες, αυτή η χαρισματική ματιά αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο. Υπάρχουν κινηματογραφικοί κόσμοι που πιάνουν αυτή τη σαφήνεια, όπως του Βούλγαρη και του Νικολαΐδη. Ο πρώτος βέβαια χάνει για εμένα από μια εμμονή πολιτικής ουδετερότητας, παίρνοντας ίσες αποστάσεις στα θέματα τα οποία πραγματεύεται ακόμα και στις φαινομενικά μη πολιτικές ταινίες όπως το ”Όλα είναι Δρόμος”. Ο Νικολαϊδης από την άλλη έχει μια επιμονή στο σκληρό σινεμά, στην σκηνοθεσία της κόλασης, αφήνοντας στην άκρη την κεντρική αφήγηση και πιάνει τις ιστορίες του περιθωρίου. Υπάρχουν τόσα άλλα να πω εδώ πέρα, αλλά θα ξεφύγω από το θέμα.

Μου είναι αδύνατο να συνεχίσω την ανάλυση χωρίς να εμβαθύνω περισσότερο, οπότε θα πιάσω το νήμα από ταινία σε ταινία. Μέσα από αυτές και την ανάλυση τους ελπίζω ότι το σύνολο θα έχει  ολοκληρωμένη μορφή. Φυσικά δεν είναι μόνο αυτές οι πέντε ταίνιες που καταπιάνωμαι αλλά και το θεατρικό έργο του Τσιώλη που αφήνω απ’έξω.

 

Έρωτας στη Χουρμαδιά – 1990

Η ταινία αυτή προέρχεται από μια  απόπειρα θεατρικού σεναρίου. Σε πρωταγωνιστικό ρόλο ο Αργύρης Μπακιρτζής, με το επίδικο να είναι μια απιστία της εκλιπούσας συζύγου του. Μετά θάνατον ανακαλύπτει μια φωτογραφία της γυναίκας του και του καλύτερο φίλου του να χορεύουν κάτω από μια χουρμαδιά.

Πρόκειται λοιπόν για μια road trip ταινία. Στο δρόμο συναντούν πολλές από τις παλιές φίλες και ερωμένες του Παναγιώτη οι οποίες λειτουργούν ως σειρήνες για τον αδύναμο ψυχικά μαέστρο Γιάννη. Ο Παναγιώτης πάντα ψύχραιμος και αναζητητής της αλήθειας εκλογικεύει τα συναισθήματα του Γιάννη.Το εύρημα αυτό οδηγεί τον Παναγιώτη (Αργύρη Μπακιρτζή) και τον Γιάννη (Λάζαρος Ανδρέου) σε ένα ταξίδι στην πελοποννησιακή γη για να βρούνε αυτή τη χουρμαδιά και να λάμψει η αλήθεια.

Αυτή η σχέση αντίθεσης μεταξύ των κεντρικών προσώπων της δράσης είναι βασικός πυλώνας του κινηματογράφου του Τσιώλη. Η σύγκρουση είναι εσωτερική. Ανεξάρτητα του περιβάλλοντα χώρου, οι δύο πρωταγωνιστές έρχονται κυρίως αντιμέτωποι με τις δικές τους αδυναμίες.

Σε αυτή την ταινία κάνει μια γκεστ εμφάνιση ο ίδιος ο σκηνοθέτης ως πλασιέ σόμπας.

Είναι η πιο νοσταλγική ταινία του. Όπως οι ήρωες, έτσι και ο δημιουργός εξερευνά και ανακαλύπτει από την αρχή το τοπίο του μέρους όπου τον γέννησε.

Γυναίκες, παρακαλώ, μην κλαίτε – 1992

Ω! Ένα άρθρο ολόκληρο αυτή η ταινία. Τόσα πολλά επίπεδα που δεν φτάνει σε καμία περίπτωση μια μόνο θέαση για να αντιληφθείς το μεγαλείο αυτής της ταινίας.

Η αντίθεση των ηρώων εδώ είναι απόλυτα διακριτή. Τα ερωτήματα που ταλανίζουν τον σκηνοθέτη ακόμα θέτονται. Οι χαρακτήρες δεν είναι ολοκληρωμένοι. Βρίσκονται σε αναζήτηση ψυχική και υπαρξιακή. Όλα αυτά εκφράζονται μέσα από τον χαρακτήρα του Θεοδόση, που κλέβει την παράσταση. Αλέγκρος άνθρωπος και πονηρός δεν σταματάει να σκαρφίζεται τρόπους για να τα βγάζει πέρα.Το σενάριο ξεκινάει όταν δύο ξακουστοί αγιογράφοι φθάνουν (κακήν-κακώς) σε ένα μικρό χωριό της Πελλοπονήσου για να αναστυλώσουν την τοπική εκκλησία. Σύντομα όμως ο θεατής αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Αυτοί οι δύο τύποι δεν είναι τίποτα άλλο από αγύρτες. Όχι αγιογράφοι αλλά αγιογδύτες. Ο άγιος Θεοφάνης (Δημήτρης Βλάχος) προτιμάει να μελετάει τον ουρανό και να αναπτύσσει διάφορες επιστημονικές θεωρίες, αμφιβόλου ποιότητας, ενώ ο βοηθός του Θεοδόσης (Αργύρης Μπακιρτζής), τρομερός παπατζής, φροντίζει με τα λόγια του να πλανεύει τον λαουτζίκο και να του αποσπάει χρήματα ή αγαθά.

Από την άλλη ο Θεοφάνης, όντας κατασταλαγμένος, έχει αγιοποιηθεί. Δεν μιλάει πολύ και όταν ανοίξει το στόμα του με λίγες κουβέντες θα θέσει τέλος στα διλήμματα. Αυτή η πραότητα είναι που τον κάνει άγιο στα μάτια των υπόλοιπων. Ο Θεοφάνης έχει βρει το νόημα και τις απαντήσεις αυτής της ζωής. Είναι μια σταθερά μέσα στη ταινία που λειτουργεί σαν τον μάτι του κυκλώνα.

Δίπλα τους υπάρχουν άλλοι δύο χαρακτήρες. Ο Νίκος ο βοσκός επιτελεί το ρόλο της αντιπαράθεσης στο χαρακτήρα του Θεοδόση. Ο Θεοδόσης μελετάει, διαβάζει, έχει αγωνίες και στοχασμούς, ενώ ο απλοϊκός βοσκός τού δίνει τις λύσεις μέσα από το σκεπτικό της λαϊκής σοφίας.

Η Άννα που έρχεται ως μαθητευόμενη αγιογράφος σκαστή από την Αθήνα, ταράζει την κανονικότητα των ηρώων και μαθαίνει στον Θεοδόση από την αρχή πώς να αγαπήσει μετά την τραυματική ερωτική απογοήτευση που βίωσε κάποτε.

Το δίδυμο των γυρολόγων που αρχικά πέφτουν θύματα του Θεοδόση, τον συγχωρούν και μπροστά στην προοπτική μιας μεγάλης μπάζας επέρχεται συμφιλίωση επιβεβαιώνοντας το γνωμικό “μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια” και πως όταν πρόκειται για κομπίνα θα βρεις πολλούς πρόθυμους.

Αν θα έπρεπε να βρω μια λέξη που να χαρακτηρίζει αυτή την ταινία, μάλλον είναι η λέξη μελαγχολία. Το καλοκαίρι που φεύγει, ο έρωτας που χάνεται μέσα από χέρια, οι ανεκπλήρωτοι πόθοι και η ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες δίνουν την αίσθηση ενός κρύου φθινοπωρινού απογεύματος, ξοδεμένο να χαζεύεις λυκαυγές.

Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά – 1996

Από τις λίγες φορές στη ζωή μου που δεν έχω και πολλά να πω. (Όχι ότι και καλά ξέρω πολλά, αλλά ότι μιλάω/γράφω πολύ.). Πρόκειται για μια heist ταινία όπου 11 δραπέτες φυλακών, έχοντας στην κατοχή τους έναν χάρτη που οδηγεί σε κάποιο μυθικό θησαυρό, θα περιπλανηθούν για άλλη μια φορά στην αγαπημένη Πελοποννησιακή γη προς αναζήτησή του. Ο Βασίλης (Αργύρης Μπακιρτζής) αρχικά αποδρά για τα μάτια μιας γυναίκας και οι άλλοι δέκα απλά ακολουθούν, αφού βρήκαν την πόρτα ξεκλείδωτη.

Είναι ενδιαφέρον πως αντιμετωπίζει το θέμα του εγκλεισμού σε αυτή την ταινία. Οι κατάδικοι γλεντάνε και γιορτάζουν την ελευθερία τους σε ένα κόσμο που έχουν ξεχάσει πώς λειτουργεί. Πείθονται για την αυθεντικότητα του χάρτη μιας και αγνοούν το γεγονός ότι ο κόσμος έχει αλλάξει πλέον και δεν είναι ο ίδιος που αφήσανε πίσω όταν μπήκαν στη φυλακή.

Με τόσους πολλούς κεντρικούς ήρωες, τα θέματα της ταινίας και οι στοχασμοί του δημιουργού απλώνονται σε όλη της την διάρκεια και σε όλες τις προσωπικότητες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ταινίας είναι η προσπάθεια του κάθε ποινικού να αποδείξει ότι οι άλλοι ποινικοί είναι χειρότεροι από τους ίδιους, πατώντας πάνω στο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Έλληνα “Αφού κι οι άλλοι παρκάρουν σε ΑΜΕΑ, γιατί ασχολείσαι με μένα” ή “Εντάξει κλέψαμε, αλλά οι άλλοι σκότωσαν κιόλας” λες και τα βαρύτερα αδικήματα αποτελούν τεκμήριο αθωότητας για τα ελαφρότερα αδικήματα.

Μια κωμωδία καταστάσεων. Μια ταινία που όσο τη βλέπεις ίσως δεν γελάσεις καθόλου, αλλά όσο την επεξεργάζεσαι τόσο μειδιάς και ίσως να χασκογελάς μόν@ σου. Παρόλα αυτά τη θεωρώ από τις πιο “αδύναμες” ταινίες του Τσιώλη.

 

Ας περιμένουν οι Γυναίκες – 1998

Δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω καμία σύσταση σε αυτή την ταινία. Αν δεν την έχεις δει, δεν ξέρω πώς έφτασες να διαβάζεις αυτό το άρθρο.

Μια ταινία που κατέληξε να είναι κοινωνικό φαινόμενο. Κι όχι άδικα. Αυτή η ταινία αποτελεί το επιστέγασμα της κινηματογραφικής ματιάς του Τσιώλη. Μεγάλωσα και έχω ζήσει τα 31 από τα 34 χρόνια μου στη βόρεια Ελλάδα, ανάμεσα κυρίως στην Θεσσαλονίκη και τη Καβάλα και δεν έχω καταφέρει ακόμα να βρω ένα έργο που να αποδίδει τόσο απόλυτα και ρεαλιστικά τον λαϊκό τύπο ανθρώπου που απαντά κανείς σε αυτά τα μέρη.

Οι ατάκες αυτής της ταινίας έχουν μπει στη καθημερινότητά μας. Και είναι λογικό γιατί αυτές οι ατάκες προϋπήρχαν στο λεξιλόγιό μας. Όχι αυτούσιες, όμως ο Τσιώλης τις έθεσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Είναι ταυτόχρονα και η πιο πολιτική ταινία του Τσιώλη. Καταγράφει συμπυκνωμένα όλη την κοινωνική και πολιτική σήψη από την “Αλλαγή” και έπειτα. Ο νεοελληνισμός στο απόγειο του, μικροαστοί εγκλωβισμένοι σε θλιβερούς γάμους, θυμικό που οδηγεί σε “παραλογισμούς” και σπατάλες, μισαλλοδοξία αλλά και καλοπιάσματα. Στολισμένα με την πιο δημοφιλή έκφραση του λαϊκού τραγουδιού όπως Καρρά και Μελά.

Ο συναισθηματικός Πάνος (Γιάννης Ζουγανέλης) βουτάει στη λίμνη ενώ ο Μιχάλης (Αργύρης Μπακιρτζής) “μιλάει βάση μια λογικής” και προσπαθεί να τον συνεφέρει. Την αντίθεση αυτή θα προσπαθήσει να γεφυρώσει ο μελετηρός και γνώστης Αντώνης (Σάκης Μπουλάς), ο οποίος θα έρθει από τη Θάσο για να βάλει επιτέλους τα πράματα σε μια τάξη. Βέβαια, καταλήγει κι αυτός να ζει τον έρωτά του με τον δικό του Πασοκικό τρόπο. Καζίνα, λούσα και πολύ αμπελοφιλοσοφία.

Δεν θέλω να πω περισσότερα γιατί έχουν γραφτεί πάρα πολλά για αυτή τη ταινία. Φτάνει μόνο να πω πως σίγουρα είναι η πιο διασκεδαστική ταινία του, αλλά δεν την βάζω πρώτη στις προτιμήσεις μου.

*Αξίζει να σημειωθεί πως ο λαϊκός “τραγουδιστής” της Θεσσαλονίκης  Μπάμπης Μπατμανίδης έχει δώσει πολλάκις μια εκπληκτική παράσταση όπου γίνεται η προβολή της ταινίας ενώ η μπάντα του παίζει σε πραγματικό χρόνο τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία του. Αν την βρείτε μαγνητοσκοπημένη κάπου να κάτσετε να την δείτε.

 

Φτάσαμεε!…  – 2004

Το ξεχασμένο διαμάντι του Τσιώλη. Κονταροχτυπιέται με το ‘Γυναίκες, παρακαλώ, μην κλαίτε‘ για την πρώτη θέση στη καρδιά μου αλλά με σαφές, έστω και μικρό, πλεονέκτημα.

Μια ταινία που η δράση της κρατάει μόνο μια ημέρα. Από τις εφτά το πρωί μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης. Από το πρωί λοιπόν, καταφθάνουν στην Λειβαδιά λαϊκοί μουσικοί και καλλιτέχνες με σκοπό να λάβουν μέρος στην οντισιόν για το επερχόμενο Συνέδριο Ελληνοαμερικανών Ομογενών στους Δελφούς.

Όταν λέμε λαϊκοί εννοούμε σκυλάδες. Όλη η νύχτα είναι εδώ μαζεμένοι. Τραγουδιστές, χορευτικά σύνολα, μαγαζάτορες της νύχτας, φαντασμένοι μαέστροι, κοπελίτσες που αναζητούν την τύχη τους στο τραγούδι και ο Λάκης (Μάκης Κοντιζάς), ο ταλαντούχος στιχουργός και αφανής ήρωας της νυχτερινής διασκέδασης.

Ο πάλαι πότε άρχοντας και μπίζνεσμαν της νύχτας Μίμης (Χρήστος Τσάγκας) χάνει την εσωτερική διαμάχη με τον γιο που θέλει να πάρει τη δουλειά του πατέρα του και να απολύσει τους “σκυλάδες”. Μπροστά στην ανεργία επικρατεί η αλληλεγγύη μεταξύ των μουσικών που προσπαθούν να βρούνε λύση στα αδιέξοδα τους.

Όντας κατά πολύ μεταγενέστερη ταινία, ο δημιουργός φαίνεται να έχει λύσει θέματα που τον απασχολούσαν και αυτό αποτυπώνεται στους χαρακτήρες του. Εδώ οι χαρακτήρες δεν έχουν αναζητήσεις αλλά έχουν να προσφέρουν τη σοφία τους. Ο Μαέστρος (Παύλος Κοντογιαννίδης) αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία την αθωότητα του Μαρματζάκου (Πέτρος Σπέντζος) και πώς ήταν απλά το θύμα των καπρίτσιων της μοίρας. Ο Λάκης δεν απαντάει στους τζαμπατζήδες για να μην τους πάει από το Νηπιαγωγείο στο Πανεπιστήμιο, κρατάει τη σοφία του για τον εαυτό του και την εκφράζει στους στίχους που γράφει με το αζημίωτο.

Όπως είναι φυσικό, η μουσική στην ταινία είναι κι αυτή πρωταγωνίστρια μαζί με τους ήρωες. Η δράση πολλές φορές σπάει σε μουσικά διαλείμματα, αλλά πολύ ευφυέστατα αυτά τα διαλείμματα δίνουν την δικιά τους αφήγηση για τους ήρωες. Και συχνά έρχονται ως συνέχεια ή κατάληξη της σκηνής που προηγήθηκε.

Εν κατακλείδι

Ο κινηματογράφος του Τσιώλη, παρότι με μια πρώτη ματιά φαίνεται ανάλαφρος, κρύβει μεγάλο βάθος και ανάλυση. Είναι αρκετά αιρετικός ως προς την φόρμα και σε καμία περίπτωση δεν είναι cult κινηματογράφος. Η οπτική αυτή είναι ενδεικτική μιας επιδερμικής ανάλυσης του έργου του που στέκεται κυρίως στη μορφή κι όχι στο περιεχόμενο.

Όποια κι αν είναι άποψη καποι@ για το έργο του Σταύρου Τσιώλη, είναι σίγουρο πως αποτελεί ένα φαινόμενο, πολωτικό ορισμένες φορές, που αξίζει να μελετηθεί.

Κι όπως τα περισσότερα μεγάλα έργα θέλουν πολλές φορές να αναλυθούν για να λάμψει η δημιουργική αλήθεια τους, έτσι συμβαίνει και με τις ταινίες του Τσιώλη.

δείτε επίσης

Μόδα και Σεξουαλική Απελευθέρωση

Από τη μέρα που ξεκίνησε η στήλη ήταν απλά...
διαβάστε περισσότερα

Μια έκθεση για τον Stanley Kubrick που (σε) ταξιδεύει.

Αν στα γούστα σας συνδυάζονται ένα πάθος...
διαβάστε περισσότερα

Από την Εποχή της Μαγείας στην Εποχή της Επιστήμης: ανθρώπινος νους και κοσμολογία (μέρος α΄)

Από τη μέρα που ξεκίνησε η στήλη ήταν απλά θέμα χρόνου να ασχοληθούμε με αυτό το...
διαβάστε περισσότερα

10 memorable χαρακτήρες comic με μάσκα

Όταν με ενημέρωσαν οι συμπάσχοντες τέχνης Arthub fellows για το θέμα του μήνα...
διαβάστε περισσότερα

Dream Big Too – Art Zone 42 | Exhibition Alert

Οι υποχρεώσεις και οι δουλείες μου με έσυραν στην ευρύτερη περιοχή του...
διαβάστε περισσότερα

Ανθρώπινα Δικαιώματα και Έμφυλη Ισότητα: φαινόμενα οικουμενικά ή κατά τόπους ;

«κανένα παρελθόν δεν εγγράφεται επιτυχώς στη συλλογική μνήμη ενός λαού, αν είναι ανιστόρητος και κανένα μέλλον δεν μπορεί να εγγυηθεί την κοινωνική αλλαγή, εάν οι πολίτες της δεν είναι επαρκώς ευαίσθητοι σε κοινωνικά ζητήματα»

διαβάστε περισσότερα

Νύχτα πολιτισμού στην Αθήνα “Age is just a number” 2019 | Τι θα δείτε και που.

Από τη μέρα που ξεκίνησε η στήλη ήταν απλά θέμα χρόνου να ασχοληθούμε με αυτό το...
διαβάστε περισσότερα

Παλεύοντας με τον πόνο – Frida Kahlo

Η Φρίντα μπήκε στη ζωή μου όπως μπαίνει ένα τριαντάφυλλο στην ζωή ενός παιδιού....
διαβάστε περισσότερα

Περισσότερα απο τον Νίκο

ΠΑΜΕ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ!

Πήγαμε στο Πολιτιστικό Δεκαήμερο του ΤΕΙ Καβάλας και αναρωτηθήκαμε. Γιατί δέκα μέρες, και γιατί μόνο δέκα μέρες ρε παιδιά; Ξεκινώντας από τις εντυπώσεις, μόνο τις καλύτερες μας άφησε αυτό το ιδιαίτερο γεγονός που συμβαίνει εδώ και 24 χρόνια στο ΤΕΙ Καβάλας κάθε τέλος...
περισσότερα

Ο τελευταίος καμβάς

Η έκφραση μέσω της τέχνης δεν είναι μια έλλογη διαδικασία που επινόησε ο άνθρωπος καθώς η ευφυία του μεγάλωνε. Είναι μια δυναμική που ανακάλυψε πριν καν επινοήσει την γλώσσα. Πηγάζουν όμως από την ίδια ανάγκη που χαρακτηρίζει όλα τα έμβια πλάσματα. Την ανάγκη να...
περισσότερα

Πανικός!

Η ρίζα της λέξης πανικός εντοπίζεται στη σχέση του με το θεό Πάνα. Αυτός που καταβάλλεται από πανικό, καταβάλλεται στην ουσία από το πνεύμα του θεού, χάνει τα λογικά του, κι η σύνεση αντικαθίσταται με εξαλλοσύνη.

περισσότερα

Ταξίδια σε κόσμους Φαντασίας και Ηρώων

Κάθε εποχή έχει τα δικά της γνωρίσματα. Το καλοκαίρι ειδικά. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η ανάλαφρη ανάγνωση. Κατά κόρον το καλοκαίρι ο κόσμος διαβάζει βιβλία ελαφρού περιεχομένου, αναγνώσματα που θα τον ξεκουράσουν και εύκολα θα τον κάνουν να...
περισσότερα

Μιμς. Σύγχρονα ready mades;

Κάθε γλώσσα είναι ένας κώδικας. Οι λέξεις κάθε γλώσσας αντιστοιχούν σε εικόνες και κάπως έτσι στήνεται και διαμορφώνεται το εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον. Η βασική αντίληψη των ready mades ήταν να επαναπροσδιορίσουν τη μορφή ενός αντικειμένου και να το μετατρέψουν...
περισσότερα

Exhibition alert

Exhibition Alert! – Πικάσο και Αρχαιότητα

Από τη μέρα που ξεκίνησε η στήλη ήταν απλά θέμα χρόνου να ασχοληθούμε με αυτό το παιχνίδι, που όπως καταλαβαίνετε, πιο άμεση σχέση με την τέχνη δεν θα μπορούσε να έχει. Στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης λαμβάνει χώρα η έκθεση με τίτλο «Πικάσο και Αρχαιότητα. Γραμμή και...
περισσότερα

Μόνιμες στήλες

Time Capsule

Η Μαρία Λιόλιου μοιράζεται μαζί μας συναρπαστικές πτυχές της μόδας

Μόδα και Σεξουαλική Απελευθέρωση

Τα Παιδία Παίζει

Modern Art

Φτιάξε καφέ να στα πω

Η Absolute μας δίνει την δική της ματιά στην λογοκρισία
10 Μάσκες θανάτου που έμειναν στην ιστορία